Back to top

10 Ιανουαρίου του 403 π.Χ-Ο Θρασύβουλος νικά τον στρατό των Τριάκοντα Τυράννων και αποκαθιστά τη δημοκρατία στην αρχαία Αθήνα..

10/01/2021 - 15:21

Στις 10 Ιανουαρίου του 403 π.Χ. ο δημοκρατικός στρατηγός Θρασύβουλος νικά το στρατό των Τριάκοντα Τυράννων, ανοίγοντας το δρόμο για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στην Αθήνα.

Οι Τριάκοντα Τύραννοι συνιστούσαν μια ολιγαρχική κυβέρνηση τριάντα ατόμων, η οποία διαδέχτηκε την αθηναϊκή δημοκρατία μετά το τέλος του Πελοποννησιακού Πολέμου.,που διήρκεσε 8 μήνες,

Τον τρόπο αυτό διακυβέρνησης επέβαλε στους Αθηναίους ο Σπαρτιάτης στρατηγός Λύσανδρος μετά την παράδοση της πόλης, την οποία διαπραγματεύτηκε ένας από τους μελλοντικούς τυράννους, ο Θηραμένης. Η Εκκλησία του Δήμου προέβαλε αντίσταση, ωστόσο με τη βοήθεια μιας σπαρτιατικής φρουράς που εγκαταστάθηκε στην πόλη οι Τριάκοντα, με τον Κριτία επικεφαλής, εγκαθίδρυσαν ένα καθεστώς τρόμου, το οποίο διατήρησε στο ακέραιο τα πολιτικά δικαιώματα μοναχά 3.000 ατόμων, μέλη της δικής τους παράταξης. Οι αντίπαλοί τους μπορούσαν να βρουν ξαφνικά το θάνατο χωρίς να προηγηθεί δίκη. Εκείνοι που αντιστάθηκαν στην εξέλιξη αυτή των πραγμάτων εξοντώθηκαν χωρίς οίκτο, ανάμεσά τους κι ο ίδιος ο Θηραμένης που εξαναγκάστηκε να πιει κώνειο. Τον Ιανουάριο του 403 π.Χ., μετά από οκτώ μήνες στην εξουσία, οι Τριάκοντα εκδιώχθηκαν από το Θρασύβουλο προς μεγάλη ανακούφιση των κατοίκων.

Προσωρινή κυβέρνηση
Μετά την ταπεινωτική ήττα των Αθηνών στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, οι Σπαρτιάτες συναινούν στη σύναψη ειρήνης με τους Αθηναίους «με τον όρο να εφαρμόσουν το πολίτευμα των προγόνων τους».[1] Η πόλη διαιρέθηκε στις εταιρίες των ολιγαρχικών και των δημοκρατικών. Ο Λύσανδρος, ο Λακεδαιμόνιος νικητής του πολέμου, υποστήριξε τη μερίδα των ολιγαρχικών, όπως διέπραξε σε όλες τις κατακτημένες περιοχές.

Μετά από την πρόταση κάποιου ανθρώπου με το όνομα Δρακοντίδης, από το δήμο των Αφιδνών, και κάτω από την πίεση του Λυσάνδρου, η Εκκλησία δημιουργεί ένα σώμα 30 ανθρώπων, με στόχο τη δημιουργία μιας νέας «πολιτείας», δηλαδή πολιτεύματος, όπως είχε συμβεί το 411 π.Χ. Απώτερος σκοπός ήταν η επιστροφή σε αυτό που αποκαλέστηκε «πάτριος πολιτεία», δηλαδή πολίτευμα των προγόνων, εκκαθαρίζοντας το εκλογικό σώμα και καταργώντας τους «μισθούς», δηλαδή τις καταβολές χρημάτων προς τους φτωχότερους πολίτες. Τα μέλη του σώματος επιλέχτηκαν από τους φίλους του Θηραμένη, ο οποίος διαπραγματεύτηκε την ειρήνη, και του Κριτία, ενός φιλολάκωνα αριστοκράτη.

Οι Τριάκοντα μείωσαν τον αριθμό των ατόμων που κατείχαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα στους 3.000 και διόρισαν οι ίδιοι τα μέλη της Βουλής των 500, η οποία είχε νομοθετικές αρμοδιότητες. Κατάργησαν τους νόμους του Εφιάλτη και του Αρχίστρατου, ακόμη και ορισμένους από εκείνους του Σόλωνα. Επιπλέον, οργάνωσαν τη δίωξη δημαγωγών και συκοφαντών. Ο Αριστοτέλης ερμηνεύει την κίνηση αυτή σαν μια προσπάθεια να γίνουν αρεστοί στους πολίτες, επειδή δήθεν αγωνίζονταν για το καλό της πόλης. [2]

Μόνιμη κυβέρνηση
Ωστόσο, πολύ σύντομα, η διακυβέρνηση των Τριάκοντα εξελίχτηκε σε τυραννία. Δημιούργησαν μια σωματοφυλακή 300 ανθρώπων, οι οποίοι κουβαλούσαν μαστίγια, και χειρίστηκαν τη φρουρά που άφησαν οι Σπαρτιάτες. Επίσης ίδρυσαν ένα νέο σώμα δέκα ατόμων για να κυβερνήσουν τον Πειραιά, παραδοσιακό προπύργιο των δημοκρατικών.

Παραμερίζοντας τους θεσμούς, προχώρησαν σε μια σειρά από εκτελέσεις μετοίκων (μεταξύ των οποίων ήταν ο Πολέμων (ή Πολεμίων), αδερφός του ρήτορα Λυσία, ο οποίος δεν κατόρθωσε να ξεφύγει) και πλουσίων πολιτών, ώστε να δημεύσουν την περιουσία τους. Οι εκτελέσεις αυτές τελικά έσπειραν τη διχόνοια ανάμεσα στους Τριάκοντα. Το ένα στρατόπεδο εκπροσωπούσε ο Κριτίας με τις εξτρεμιστικές του ιδέες, ενώ το άλλο ο Θηραμένης με τη μετριοπαθή του στάση:

«Αλλά επειδή αυτός [ο Κριτίας] ήταν πρόθυμος να θανατώσει πολλούς, επειδή είχε εξοριστεί από το λαό, ο Θηραμένης του εναντιωνόταν, λέγοντας ότι δεν ήταν λογικό να θανατώνουν κάποιον, επειδή τον τιμούσε ο λαός, και δεν έκανε κακό στους καλούς και αγαθούς ανθρώπους».[3]

Πράγματι, ο Θηραμένης επιθυμούσε ένα πολίτευμα που θα στηριζόταν σε μια μεγάλη βάση εύπορων πολιτών, η οποία θα περιελάμβανε και πλούσιους μη πολίτες. Ο Κριτίας, αντίθετα, πρέσβευε την άσκηση εξουσίας βασισμένης στην δύναμη:

«Αν πιστεύεις, προσέθεσε, πως επειδή είμαστε τριάντα κι όχι ένας, δεν πρέπει να βρισκόμαστε σε επαγρύπνηση για την εξουσία μας σαν να ήταν μια τυραννία, είσαι αφελής». [4]

Συνεπώς, ο Κριτίας ενορχήστρωσε την εξόντωση του Θηραμένη: σε πρώτο στάδιο, πέρασε ένα νόμο βάσει του οποίου οι Τριάκοντα είχαν την εξουσία να εκτελούν όσους δεν άνηκαν στους τρισχιλίους. Κατόπιν, πέρασε έναν άλλο νόμο που απέκλειε από το σώμα των πολιτών εκείνους που συμμετείχαν στην καταστροφή των τειχών της πύλης της Ηετιωνείας ή που, γενικότερα, έδρασαν ενάντια στην προγενέστερη τυραννίδα των Τετρακοσίων. Τελικά ο Θηραμένης, ο οποίος είχε διαπράξει και τα δύο, καταδικάστηκε να πιει κώνειο.

Ο Αριστοτέλης, ο Ισοκράτης και ο Αισχίνης υπολογίζουν τον αριθμό των θυμάτων στα 1.500 άτομα (αν και δεν έγινε γνωστό αν ο αριθμός αντιπροσωπεύει το σύνολο των θυμάτων, πολιτών και μετοίκων), τεράστιος αριθμός για έναν πληθυσμό 40.000 ανδρών με πολιτικά δικαιώματα (και κάπου ισάριθμων μετοίκων). Σύμφωνα με τον Πλάτωνα και τον Ξενοφώντα, ο Σωκράτης, ο οποίος γνώριζε προσωπικά ορισμένους από τους Τριάκοντα (και μάλιστα τον ίδιο τον Κριτία) και που ίσως δεν ήταν κι εντελώς αντίθετος με την προοπτική μιας τέτοιας «ολιγαρχικής επανάστασης», αρνήθηκε πεισματικά να συμμετάσχει στις πράξεις τους.

Πτώση
Οι εξόριστοι δημοκρατικοί, καθοδηγούμενοι από το Θρασύβουλο, εγκατέλειψαν τη Θήβα και κυρίευσαν το οχυρό της Φυλής, στα νότια της Πάρνηθας. Από εκεί, επιτέθηκαν και κατέλαβαν τα λιμάνια του Πειραιά και της Μουνιχίας (το δεύτερο φιλοξενούσε τα πολεμικά πλοία). Ο Κριτίας και ο Χαρμίδης, ένας από τους δέκα ηγεμόνες του Πειραιά, έχασαν τη ζωή τους στη μάχη αυτή. Οι 3.000 εξέλεξαν μια νέα δεκάδα αρχόντων, οι οποίοι ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις με τους δημοκρατικούς.

Οι Τριάκοντα κατέφυγαν στην Ελευσίνα, σφαγιάζοντας τους κατοίκους της. Στην Αθήνα την εξουσία εξακολούθησαν να έχουν οι Τρισχίλιοι, ενώ παράλληλα συνεχίστηκε η μάχη ανάμεσα στους «ανθρώπους της πόλης» και τους «ανθρώπους του Πειραιά».

Στο μεταξύ, ο Λύσανδρος είχε χάσει την εύνοια της Σπάρτης και έτσι η σπαρτιατική φρουρά εγκατέλειψε την πόλη. Ο Παυσανίας Α’, βασιλιάς της Σπάρτης, κατέφτασε με διπλωμάτες, για να πετύχει ειρήνη ανάμεσα στις δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις. Η ειρήνη αυτή είχε το χρώμα του συμβιβασμού: επετράπη στους «ανθρώπους της πόλης» που το επιθυμούσαν να μεταβούν στην Ελευσίνα, όπου και θα παρέμεναν ανενόχλητοι. Επίσης σηματοδοτούσε την πολιτική μετριοπάθεια. Το διάταγμα του Θρασύβουλου, βάσει του οποίου οι μαχητές της Φυλής (ανάμεσά τους και ορισμένοι σκλάβοι) κέρδιζαν την ιδιότητα του Αθηναίου πολίτη ακυρώθηκε ως ελαττωματικό στη μορφή. Επίσης απορρίφθηκε η πρόταση του Φορμίσιου, βάσει της οποίας έχαναν τα πολιτικά τους δικαιώματα εκείνοι που δεν είχαν γη. Οι οφειλές των Τριάκοντα απέναντι στη Σπάρτη τιμήθηκαν.

Επίσης η συμφωνία περιελάμβανε γενική αμνηστία, ενώ απαγόρευσε στον οποιοδήποτε να μεμφθεί το παρελθόν με την ποινή του θανάτου.

Μέλη
Ο κατάλογος αυτός των ονομάτων παρατίθεται από τον Ξενοφώντα.[5]. Σημειώνεται πως ορισμένοι από αυτούς φέρουν το ίδιο όνομα με διασημότερους συμπατριώτες τους, αλλά δεν πρόκειται για τα ίδια πρόσωπα. Για παράδειγμα ο τύραννος Σοφοκλής δεν έχει σχέση με το διάσημο δραματουργό, ούτε ο τύραννος Αισχίνης με το διάσημο ρήτορα.

Αισχίνης
Αναίτιος
Αρεσίας
Αριστοτέλης
Διοκλής
Δρακοντίδης
Ερασίστρατος
Ερατοσθένης
Ευκλείδης
Ευμάθης
Θεογένης
Θέογνις
Θηραμένης
Ιέρων
Ιππόλοχος
Ιππόμαχος
Κλεομήδης
Κριτίας
Μηλόβιος
Μνησιθείδης
Μνησίλοχος
Ονομακλής
Πείσων
Πολυχάρης
Σοφοκλής
Φαιδρίας (αναφέρεται και ως Φαίδιμος[6])
Φείδων
Χαιρέλεως
Χαρικλής
Χρέμων