Back to top

Υπόθεση Βαλυράκη: Αποκαλυπτικός και ο δεύτερος μάρτυρας- Συνεχίζεται τη Δευτέρα (19/1) η δίκη

18/01/2026 - 18:44
Αύριο Δευτέρα 19/01/2026 συνεχίζεται η δίκη για την δολοφονία του αγωνιστή της Δημοκρατίας, πρώην Υπουργού και επί 33 χρόνια μέλους του Κοινοβουλίου, Σήφη Βαλυράκη. Η ακροαματική διαδικασία θα αρχίσει στις 09:30 το πρωί στο Αμφιθέατρο του 1ου Ορόφου του κτηρίου 13 της πρώην Σχολής Ευελπίδων.
Πρόκειται για ανθρωποκτονία που συνέβη στην θαλάσσια περιοχή της Ερέτριας στις 24/01/2021 και έφθασε πρόσφατα ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου χάριν στον επίμονο αγώνα της οικογένειας Βαλυράκη για ανάδειξη της αλήθειας, την απόδοση δικαιοσύνης και την τιμωρία των ενόχων.
Μάλιστα, η σύζυγος του π. Υπουργού και τα δύο παιδιά τους Γιάννης και Αλέξανδρος Βαλυράκης διοργανώνουν Πολιτική Εκδήλωση Τιμής και Μνήμης, ακριβώς 5 χρόνια από την δολοφονία, την Παρασκευή 23/01/2026 και ώρα 18:30 στην ΕΣΗΕΑ, Ακαδημίας 20 Αθήνα.
Κατά την αυριανή ακροαματική διαδικασία, ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου, θα συνεχιστεί η κατάθεση του δεύτερου αυτόπτη και αυτήκοου μάρτυρα, κ. Κωνσταντίνου Ασημάκου. Κατάθεση η οποία ξεκίνησε την προηγούμενη Πέμπτη 15/01/2026.
Κατά την έναρξη εκείνης της διαδικασίας συνήγορος της οικογένειας Βαλυράκη έκανε εκ νέου αναφορά σε απειλές που δέχεται ο πρώτος αυτόπτης μάρτυρας κ. Ευσγγελος Ασμάνης, του οποίου η εξέταση ολοκληρωνόταν εκείνη την ημέρα. «Αν συνεχιστεί αυτή η συμπεριφορά εμείς θα ζητήσουμε τη προστασία των μαρτύρων», είπε ο συνήγορος.
Στη συνέχεια, η επίσης συνήγορος της οικογένειας, της οποίας εκκρεμούσε από την προηγούμενη συνεδρίαση η εξέταση του μάρτυρα, κατήγγειλε την απειλητική, προσβλητική, ειρωνική και απαράδεκτη συμπεριφορά των δικηγόρων των κατηγορουμένων οι οποίοι επιχείρησαν να απαξιώσουν ηθικά τον μάρτυρα αμφισβητώντας την ακεραιότητα του, με σκοπό να πλήξουν την αξιοπιστία του.
Η συνήγορος με ερωτήσεις της προς τον μάρτυρα κ. Ασμάνη, που αφορούσαν την επαγγελματική και οικογενειακή του ζωή, ανέδειξε την προσωπικότητα, τον χαρακτήρα και την εντιμότητα ενός απλού και αξιοπρεπούς βιοπαλαιστή.
Ακούστε λοιπόν σύντομα ποιός είναι ο κύριος Ασμάνης, όπως προκύπτει από τις απαντήσεις του. Επαγγελματίας ψαράς ο οποίος σήμερα στην ηλικία των 77 ετών (σωστά διαβάσατε εβδομήντα επτά), εξακολουθεί να εργάζεται με το μικρό αλιευτικό του σκάφος για να μπορέσει να ζήσει διαμένοντας με την μητέρα του ηλικίας ενενήντα επτά (97) ετών σε ένα μικρό δυάρι διαμέρισμα. Έχει παιδιά, εγγόνια και ένα δισέγγονο που δεν ζουν μαζί του.
Στην συνέχεια των ερωτήσεων της προς τον κ. Ασμάνη η συνήγορος στάθηκε στην περίπτωση του αστυνομικού ο οποίος, όπως ανέφερε ο μάρτυρας τον είχε προσεγγίσει λέγοντάς του πως ερευνά την υπόθεση του θανάτου του Σήφη Βαλυράκη και ότι θέλει να μιλήσουν, χωρίς να του πει κάτι περισσότερο.
Ο εν λόγω αστυνομικός, όπως τόνισε η συνήγορος, βρέθηκε νεκρός λίγες μέρες αργότερα με εξήγηση ότι αυτοκτόνησε. Ξέρουμε ότι υπάρχουν σκηνοθετημένες αυτοκτονίες και σκηνοθετημένα ατυχήματα... παρατήρησε η συνήγορος.
Ακολούθησαν μερικές τετριμμένες και βαρετές ερωτήσεις προς τον μάρτυρα, άνευ ιδιαίτερης σημασίας, από την πλευρά των δικηγόρων υπεράσπισης των κατηγορουμένων, οπότε και οι ίδιοι αντιλήφθηκαν ότι η αίσθηση που επικρατεί γενικά στην αίθουσα του δικαστηρίου είναι ότι κωλυσιεργούν.
Αρχίζει η εξέταση του δεύτερου αυτόπτη μάρτυρα κ. Ασημάκου ο οποίος, με τις απαντήσεις του στις ερωτήσεις του Προέδρου και του Εισαγγελέα της έδρας καθώς και των συνηγόρων της οικογένειας Βαλυράκη, όπως θα διαπιστώσετε στην συνέχεια, όπου έχει ιδίαν αντίληψη συμφωνεί με τις μαρτυρίες του κ. Ασμάνη ενώ ουδέποτε έρχεται σε αντίθεση μαζί του.
Εκείνη την ημέρα ο Ασημάκος είχε πάει για ψάρεμα στο Νησί των Ονείρων, με ένα καλάμι για σουπιές, γύρω στις 10 η ώρα. Ήταν πολύς κόσμος πάνω στο Νησί και υπήρχε οχλαγωγία. Είδε μια κυρία που έκανε μπάνιο και ένα μηχανάκι ντελίβερι.
Από εκεί, όπως περιέγραψε, είδε τον Σήφη Βαλυράκη να ξεκινά με φουσκωτό σκάφος από την οικία του. Τον γνώριζε και τον είχε ξαναδεί πολλές φορές. Είχε κάποιο πρόβλημα με την μηχανή που έσβησε και έβαλε το σκάφος πάλι μπρος. Τότε πλησίασε και μπήκε μπροστά του ένα επαγγελματικό καΐκι σε μεταξύ τους απόσταση που επέτρεπε να συνομιλούν.
Ο μάρτυς υπέδειξε στο δικαστήριο σε μεγάλων διαστάσεων φωτογραφία της περιοχής, που ήταν σαν χάρτης, την θέση του επάνω στο Νησί των Ονείρων, η οποία ήταν σε απόσταση περίπου 480 μέτρων από το σημείο που συναντήθηκαν τα δύο σκάφη, όπως το γνωρίζει από την αναπαράσταση που έγινε μετά, θέση από την οποία μπορούσε να έχει ακουστική επαφή.
Ανέφερε ότι το φουσκωτό ήταν κόκκινο και είχε διακρίνει επάνω σε αυτό όρθιο τον Βαλυράκη, ενώ το επαγγελματικό καΐκι ήταν λευκό με ιστό και τέντα, όπως το σκάφος των κατηγορουμένων, στο οποίο διέκρινε να επιβαίνει ένας όρθιος ψαράς στη μέση του σκάφους.
Τόνισε, χωρίς να αποκλείει την ύπαρξη δεύτερου ατόμου επί του αλιευτικού, ότι δεν ήταν δυνατόν να αναγνωρίσει πρόσωπα ή σωματοδομή από τέτοια απόσταση, επισημαίνοντας ότι ούτε το Λιμεναρχείο θεωρεί εφικτή την αναγνώριση σε αυτές τις συνθήκες.
Ο μάρτυρας δήλωσε ότι αμέσως άρχισε μια λογομαχία και, μεταξύ άλλων, από το αλιευτικό ακούστηκε η φράση "θα φωνάξω το Λιμεναρχείο" και στη συνέχεια από το φουσκωτό η φράση "θα μου κλ@@@@@ τα αρ@@@@@".
Ο μάρτυρας κατέθεσε ακόμη ότι το επαγγελματικό σκάφος έκανε δύο κύκλους γύρω από το φουσκωτό και ότι ίδιος θεώρησε πως πρόκειται για επεισόδιο με συνηθισμένη φασαρία υποστηρίζοντας ότι στη συγκεκριμένη περιοχή συμβαίνουν συχνά τέτοια περιστατικά γιατί «οι ψαράδες πιστεύουν ότι η θάλασσα είναι όλη δική τους».
Για τον λόγο αυτό ο μάρτυς είπε ότι, πριν παρατηρήσει ότι τα δύο σκάφη άρχισαν να απομακρύνονται προς διαφορετικές κατευθύνσεις, είχε σκύψει και είχε μαζέψει τα πράγματά του αποχωρώντας από το σημείο.
Περαιτέρω ο κ. Ασημάκος ανέφερε ότι δεν μπορεί να εισφέρει κάτι περισσότερο για όσα ίσως ακολούθησαν την λογομαχία και ότι δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο να συνέβη κάτι περισσότερο από λεκτική αντιπαράθεση, γεγονός που τον βασανίζει μέχρι σήμερα, καθώς αν είχε μείνει λίγο ακόμη μάλλον θα είχε δει περισσότερα.
Πρόλαβε να δει ότι το φουσκωτό του Βαλυράκη συνέχισε την πορεία του με πολύ αργό ρυθμό. Ωστόσο, δήλωσε ότι δεν μπορεί να πει αν ο θανών βρισκόταν επάνω στο σκάφος εκείνη τη στιγμή, ή αν το σκάφος ήταν άδειο, τονίζοντας ότι δεν θέλει να πει κάτι που δεν έχει δει και ότι μόνο ο Θεός γνωρίζει τι ακριβώς συνέβη.
Σύμφωνα με τον ίδιο, αφότου επέστρεψε σπίτι, το απόγευμα της ίδιας ημέρας πληροφορήθηκε μέσω διαδικτύου ότι ο Σήφης Βαλυράκης αγνοείται και τότε επικοινώνησε με το Λιμενικό, ενημερώνοντας για το πρόβλημα που είχε παρατηρήσει στη μηχανή του σκάφους. Ο άνθρωπος με τον οποίο μίλησε απάντησε: «πάω να ενημερώσω τον προϊστάμενο μου».
Συνεχίζει ο μάρτυς λέγοντας: "Αργότερα το βράδυ, όταν έμαθα ότι ο Βαλυράκης βρέθηκε νεκρός, δεν ένιωθα καλά και πήρα πάλι τον γνωστό μου από το Λιμεναρχείο και του είπα ότι θέλω να καταθέσω. Μου είπε ότι δεν είναι στην υπηρεσία. Πήγα στις 8 το πρωί την επόμενη μέρα για να καταθέσω. Είπα για το περιστατικό, είπα ότι είχαν μια λογομαχία. Όμως είτε στον τοίχο μίλαγα είτε στον διοικητή της Ερέτριας ήταν το ίδιο πράγμα, δεν μου έδωσαν καμία σημασία....".
O κ. Ασημάκος δήλωσε απαντώντας σε ερωτήσεις του Προέδρου ότι γνωρίζει τον άλλο μάρτυρα τον κ. Ασμάνη διότι ερχόταν στο παγκάκι και μιλούσε με άλλους ψαράδες. Δήλωσε ακόμη ότι γνώριζε τον Βαλυράκη φυσιογνωμικά και ότι γνώριζε τους κατηγορουμένους οπτικά, διότι έρχονταν στο μαγαζί του, ένα αρτοποιείο που διατηρούσε στην Ερέτρια.
Ο μάρτυρας ανέφερε ότι ήταν ένας απλός ερασιτέχνης ψαράς αλλά ταυτόχρονα ένας επιτυχημένος επαγγελματίας έχοντας δημιουργήσει μια επιχείρηση, αποτελούμενη από αρτοποιείο και εργαστήριο ζαχαροπλαστικής, η οποία απασχολούσε δεκαεπτά άτομα προσωπικό και από την οποία ζούσαν ισάριθμες οικογένειες.
Στην συνέχεια, ιδιαίτερα φορτισμένος ο κ. Ασημάκος ανέφερε ότι η ζωή του άλλαξε μετά το περιστατικό και μάλιστα μετά τις καταθέσεις που τελικά έδωσε για την υπόθεση. Ανέφερε ότι, αφού δέχθηκε συκοφαντίες, κοινωνικό αποκλεισμό και απειλές, τόσο ο ίδιος όσο και η οικογένειά του, αναγκάστηκε να κλείσει την επιχείρηση του και να εγκαταλείψει οικογενειακώς την Ερέτρια.
Συγκεκριμένα, ο μάρτυς ανέφερε ότι άτομα πήγαιναν στη μητέρα του στο μαγαζί και της έλεγαν ότι ο γιος της τα πήρε από την οικογένεια Βαλυράκη, ενώ κατήγγειλε ότι ακόμη και λιμενικός της περιοχής του είπε ότι από τις κατάρες που έχει φάει δεν θα λιώσουν τα κόκαλά του.
Υποστήριξε επίσης ότι ένας από τους κατηγορούμενους τον προσέγγισε και του είπε αφήνοντας αιχμές για την επαγγελματική του δραστηριότητα: «Πες την αλήθεια γιατί έχουμε μάθει ότι έχεις υπενοικιάσει το μαγαζί». Στο σημείο αυτό ο μάρτυρας στρέφεται αιφνιδιαστικά προς τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο που καθόταν στο εδώλιο και τον ρωτά "έτσι δεν ήρθες και μου είπες;".