Back to top

Νέο ρεπορτάζ της Ρωσικής Τηλεόρασης παρουσιάζει τους Πυραύλους και τους στόχους στις ΗΠΑ

28/02/2019 - 08:00

Με την γοργή επιδείνωση των αμερικανό-ρωσικών σχέσεων, μετά την ακύρωση της Συνθήκης για τα πυρηνικά όπλα ενδιάμεσου βεληνεκούς (INF), που προκάλεσε την καταγγελία του Πούτιν ότι οι ΗΠΑ «κατεδαφίζουν» την παγκόσμια ασφάλεια, η κρατική ρωσική τηλεόραση απαρίθμησε αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις τις οποίες η Μόσχα θα έπληττε σε περίπτωση πυρηνικού πλήγματος, σε ρεπορτάζ το οποίο το Ρώυτερ χαρακτήρισε «αφύσικο ακόμη και με πολεμοχαρή κριτήρια» και ανέφερε ότι ένας υπερηχητικός πύραυλος που αναπτύσσει η Ρωσία θα μπορούσε να πλήξει αυτούς τους στόχους σε λιγότερο του πεντάλεπτου. 
Οι στόχοι περιλάμβαναν το Πεντάγωνο, το Forth Ritchie και την προεδρική δευτερεύουσα κατοικία στο Camp David, Maryland. 

Μετάφραση/ Επιμέλεια Μιχαήλ Στυλιανού 

Το ρεπορτάζ μεταδόθηκε το βράδυ της Κυριακής, μερικές μέρες μετά την δήλωση του Πούτιν στην Μόσχα, ότι η Ρωσία είναι έτοιμη για μια κρίση σαν εκείνη για τους πυραύλους στην Κούβα, εάν οι ΗΠΑ πηγαίνουν γυρεύοντας.

 

Στο πρόγραμμα της Κυριακής, ο Ντιμίτρι Κισελιώφ, παρουσιαστής του κύριου εβδομαδιαίου τηλεοπτικού προγράμματος στην Ρωσία, «Βιέστι Νεντέλι» ( τα γεγονότα της εβδομάδας), παρουσίασε έναν χάρτη των ΗΠΑ και κατονόμασε διάφορους στόχους, που η Μόσχα θα επιδίωκε να πλήξει σε περίπτωση πυρηνικού πολέμου. 

Οι στόχοι, τους οποίους ο Κισελιώφ περιέγραψε ως αμερικανικά προεδρικά ή στρατιωτικά διοικητικά κέντρα, περιλάμβαναν επίσης το Οχυρό Ρίτσι, ένα κέντρο στρατιωτικής εκπαίδευσης που έκλεισε το 1998, την αεροπορική βάση Μακ Κλέλαν στην Καλιφόρνια, που έχει κλείσει το 2001, και την ναυτική βάση επικοινωνιών Τζιμ Κρηκ, στην πολιτεία της Ουάσιγκτον.

 

 

Η ρωσική τηλεόραση ανέφερε τους αμερικανικούς στόχους του ρωσικού υπερηχητικού πυραύλου «Τσίρκον», το οποίο ο Ντιμίτρι Κισελιώφ χαρακτήρισε «ανίκητο». Περιλαμβάνουν το Πεντάγωνο, το Καμπ Ντέϊβιντ και το Φορτ Ρίτσι. 
Ο Κισελιώφ, ο οποίος συνδέεται με το Κρεμλίνο, είπε ότι ο υπερηχητικός πύραυλος τσίρκον, τον οποίο κατασκευάζει η Ρωσία – και που λέγεται πως μπορεί να ταξιδεύει με ταχύτητα πενταπλάσια του ήχου- θα μπορούσε να πλήξει αυτούς τους στόχους σε λιγότερο των πέντε λεπτών, εκτοξευόμενος από υποβρύχια. 
«Για τώρα δεν απειλούμε κανέναν, αλλά εάν αυτή η εγκατάσταση (ενδιάμεσων πυρηνικών πυραύλων στην Ευρώπη) πραγματοποιηθεί, η απάντησή μας θα είναι στιγμιαία», είπε. 
Το Ρώυτερ αναφέρει ότι ο Κισελιώφ είναι ένας από τους κύριους εκφορείς του ισχυρά αντιαμερικανικού τόνου στην ρωσική τηλεόραση και έχει πει κάποτε ότι η Μόσχα θα μπορούσε να μετατρέψει τις ΗΠΑ σε ραδιενεργή στάχτη. Σε ερώτηση πως σχολιάζει το ρεπορτάζ του Κισελιώφ, το Κρεμλίνο απάντησε ότι δεν αναμιγνύεται στην διαμόρφωση των προγραμμάτων της κρατικής τηλεόρασης. 

Μετά την ενέργεια του Τραμπ να αναστείλει την εφαρμογή της Συνθήκης Ενδιάμεσων Πυρηνικών Όπλων και την αύξηση των εντάσεων και των ρωσικών ανησυχιών για την εγκατάσταση τέτοιων αμερικανικών όπλων στην Ευρώπη, ο Πούτιν προειδοποίησε ότι η Ρωσία θα αναγκαστεί να απαντήσει με υπερηχητικούς πυρηνικούς πυραύλους, εκτοξευόμενους από υποβρύχια κοντά στα θαλάσσια σύνορα των ΗΠΑ. 
Σε απάντηση οι ΗΠΑ λένε ότι δεν έχουν άμεσα σχέδια να εγκαταστήσουν τέτοιους πυραύλους στην Ευρώπη και απορρίπτουν τις προειδοποιήσεις του Πούτιν ως παραπλανητική προπαγάνδα. Μολονότι οι ΗΠΑ δεν διαθέτουν τώρα χερσαίους πυρηνικούς πυραύλους ενδιάμεσου βεληνεκούς για να εγκαταστήσουν στην Ευρώπη, η απόφαση να εγκαταλείψουν την συνθήκη του 1987, με ισχυρισμούς για ρωσική παραβίασή της –τους οποίους απορρίπτει η Μόσχα- της επιτρέπουν να αναπτύξουν τέτοιους πυραύλους. 
Ο Πούτιν δήλωσε ότι η Ρωσία δεν επιθυμεί μια νέα κούρσα εξοπλισμών, αλλά παράλληλα ύψωσε τους τόνους της ρητορικής του. 

Ορισμένοι σχολιαστές είδαν αυτή την στάση του ως τακτική για να οδηγήσει τις ΗΠΑ σε συνομιλίες για την στρατηγική ισορροπία μεταξύ των δύο δυνάμεων, κάτι για το οποίο η Μόσχα καταβάλλει προσπάθειες από πολύ καιρό. Στο μεταξύ, η κατάρρευση της Συνθήκης INF έλυσε τα χέρια των νεοσυντηρητικών πολεμοκάπηλων στις ΗΠΑ και των εταιρειών όπλων να αρχίσουν να προετοιμάζονται για την επόμενη κούρσα εξοπλισμών, μεταξύ των δύο εθνών. Το μόνο ερώτημα που απομένει είναι όχι το εάν, αλλά πότε και η Κίνα θα αποφασίσει να συμμετάσχει επίσημα.